age of consent
age
ˈeɪʤ
eij
of
ʌv
av
con
kən
kēn
sent
sɛnt
sent
/ˈeɪdʒ ɒv kənsˈɛnt/

Ορισμός και σημασία του "age of consent"στα αγγλικά

Age of consent
01

ηλικία συναίνεσης, ηλικία σεξουαλικής συναίνεσης

the legally defined minimum age at which a person can agree to sexual activity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store