Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Coffee break
01
διάλειμμα για καφέ, καφεδιάλειμμα
a snack taken during a break in the work day
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coffee breaks



























