Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Coexistence
01
συνύπαρξη
existing peacefully together
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
coexistence
existence
exist
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
συνύπαρξη
Λεξικό Δέντρο