age-old
Pronunciation
/ˈeɪdʒˈoʊld/

Ορισμός και σημασία του "age-old"στα αγγλικά

01

παλαιός, αιώνιος

having existed for a very long time
age-old definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most age-old
συγκριτικός βαθμός
more age-old
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The recipe for the dish was an age-old family secret, handed down through the years.
Η συνταγή του πιάτου ήταν ένα παλιό οικογενειακό μυστικό, που περνούσε από γενιά σε γενιά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store