Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Skollie
01
αλήτης, μικρός εγκληματίας
(South African) someone who engages in minor criminal or antisocial behavior
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
skollies
Παραδείγματα
Do n't hang out with skollies, they'll get you into trouble.
Μην συναναστρέφεσαι με αλήτες, θα σε βάλουν σε μπελάδες.



























