laaitie
laait
ˈlɑ:ɪt
λαιτ
ie
i
ι
/lˈɑːɹɪti/

Ορισμός και σημασία του "laaitie"στα αγγλικά

01

νέος, αγόρι

(South African) a young person or youth, especially a boy
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
laaitie
Παραδείγματα
I used to be a mischievous laaitie myself.
Κι εγώ ήμουν ένας laaitie ατακτικός.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store