Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Laaitie
01
νέος, αγόρι
(South African) a young person or youth, especially a boy
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
laaitie
Παραδείγματα
I used to be a mischievous laaitie myself.
Κι εγώ ήμουν ένας laaitie ατακτικός.



























