Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dunny budgie
01
μύγα τουαλέτας, μικρή ενοχλητική αυστραλιανή μύγα
(Australian) a small, annoying fly, commonly found around rubbish or food
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dunny budgies
Παραδείγματα
He joked about a dunny budgie sitting on his shoulder.
Αστειεύτηκε για μια μύγα σκουπιδιών που καθόταν στον ώμο του.



























