nixer
nix
ˈnɪk
nik
er
niner

Ορισμός και σημασία του "nixer"στα αγγλικά

01

παραδουλειά, επιπλέον εργασία

(Irish) a side job or extra work outside one's main employment 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
nixers
Παραδείγματα
He has a nixer delivering newspapers on weekends. 

Έχει ένα nixer για την παράδοση εφημερίδων τα σαββατοκύριακα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

nixer
nix
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store