Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to coddle
01
κακομαθαίνω, γαλουχώ
to overly pamper or indulge someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
coddle
γ΄ ενικό πρόσωπο
coddles
ενεστώτα μετοχή
coddling
απλός αόριστος
coddled
παθητική μετοχή
coddled
Παραδείγματα
She coddles her pet dog, giving him treats and belly rubs whenever he whines.
Αυτή κακομαθαίνει το κατοικίδιό της, δίνοντάς του λιχουδιές και τρίψιμο στην κοιλιά κάθε φορά που κλαίει.
02
μαγειρεύω σε χαμηλή φωτιά, βραστώ
to cook something gently in water just below boiling point
Παραδείγματα
She likes to coddle her eggs by simmering them in water for a few minutes until the whites are just set.
Της αρέσει να βράζει τα αυγά της σε νερό για λίγα λεπτά μέχρι να πήξουν λίγο τα ασπράδια.
Λεξικό Δέντρο
coddler
coddle



























