Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to coddle
01
κακομαθαίνω, γαλουχώ
to overly pamper or indulge someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
coddle
γ΄ ενικό πρόσωπο
coddles
ενεστώτα μετοχή
coddling
απλός αόριστος
coddled
παθητική μετοχή
coddled
Παραδείγματα
Tomorrow, I will coddle myself with a relaxing bath and a good book after a long day at work.
Αύριο, θα καλομεταχειριστώ τον εαυτό μου με ένα χαλαρωτικό μπάνιο και ένα καλό βιβλίο μετά από μια μακρά μέρα στη δουλειά.
02
μαγειρεύω σε χαμηλή φωτιά, βραστώ
to cook something gently in water just below boiling point
Παραδείγματα
They have coddled the custard mixture over low heat to prevent curdling.
Έχουν μαγειρέψει αργά το μείγμα κρέμας σε χαμηλή φωτιά για να αποφευχθεί η πήξη.
Λεξικό Δέντρο
coddler
coddle



























