beour
beour
bjʊə
μπγουε
mayorlayerswayerplayer

Ορισμός και σημασία του "beour"στα αγγλικά

01

ένα κορίτσι, μια γυναίκα

(Irish) a woman or girl, often implying attractiveness 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
beours
θηλυκό ενικό
beour
neutral form
person
Παραδείγματα
That beour over there caught my eye. 

Αυτή η beour εκεί τράβηξε το μάτι μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store