Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sosh
01
μια συνεταιριστική, ένα συνεταιριστικό κατάστημα
(Scottish) a cooperative store
Slang
Παραδείγματα
He popped into the sosh for a loaf of bread.
Πέρασε από το sosh για να πάρει ένα ψωμί.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
μια συνεταιριστική, ένα συνεταιριστικό κατάστημα