Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bammy
01
τρελός, παλαβός
(Scottish) crazy; acting wildly or unpredictably
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
bammiest
συγκριτικός βαθμός
bammier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The weather's been bammy all week.
Ο καιρός ήταν bammy όλη την εβδομάδα.
Bammy
01
ένας τρελός, ένας εκκεντρικός
(Scottish) a crazy or eccentric person
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bammies
Παραδείγματα
She 's a bit of a bammy, but we love her.
Είναι λίγο τρελή, αλλά την αγαπάμε.
Λεξικό Δέντρο
bammy
bam



























