bammy
ba
ˈbæ
bā
mmy
mi
mi
blammybarmybalmy

Ορισμός και σημασία του "bammy"στα αγγλικά

01

τρελός, παλαβός

(Scottish) crazy; acting wildly or unpredictably 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
bammiest
συγκριτικός βαθμός
bammier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, cognition, evaluation
Παραδείγματα
That was a bammy idea, climbing up there in the rain. 

Ήταν μια bammy ιδέα, να σκαρφαλώσεις εκεί πάνω στη βροχή.

01

ένας τρελός, ένας εκκεντρικός

(Scottish) a crazy or eccentric person 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bammies
Παραδείγματα
He's a real bammy, always doing strange things. 

Είναι ένας πραγματικός bammy, κάνει πάντα περίεργα πράγματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bammy
bam
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store