to bost
Pronunciation
/ˈbɑst/

Ορισμός και σημασία του "bost"στα αγγλικά

to bost
01

σπάω, καταστρέφω

to break or damage something
Dialectbritish flagBritish
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bost
γ΄ ενικό πρόσωπο
bosts
ενεστώτα μετοχή
bosting
απλός αόριστος
bosted
παθητική μετοχή
bosted
Παραδείγματα
Careful with that vase; you 'll bost it.
Πρόσεχε με αυτό το βάζο· θα το σπάσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store