Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bost
01
σπάω, καταστρέφω
to break or damage something
Dialect
British
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bost
γ΄ ενικό πρόσωπο
bosts
ενεστώτα μετοχή
bosting
απλός αόριστος
bosted
παθητική μετοχή
bosted
Παραδείγματα
Careful with that vase; you 'll bost it.
Πρόσεχε με αυτό το βάζο· θα το σπάσεις.



























