to bost
bost
bəʊst
bewst
boostboast

Ορισμός και σημασία του "bost"στα αγγλικά

to bost
01

σπάω, καταστρέφω

to break or damage something 
Dialectbritish flagBritish
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bost
γ΄ ενικό πρόσωπο
bosts
ενεστώτα μετοχή
bosting
απλός αόριστος
bosted
παθητική μετοχή
bosted
Παραδείγματα
I bosted me phone. 

Μπόσταρα το τηλέφωνό μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store