zipperhead
Pronunciation
/zˈɪpɚhˌɛd/

Ορισμός και σημασία του "zipperhead"στα αγγλικά

01

φερμουάρ, θωρακισμένος στρατιώτης

(Canada) a soldier in the Royal Canadian Armoured Corps or an Armoured Crewman
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
zipperheads
Παραδείγματα
The zipperhead led the armored convoy.
Ο zipperhead οδήγησε την τεθωρακισμένη συνοδεία.

Λεξικό Δέντρο

zipperhead

zipper

+

head

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store