Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rubby
01
αλκοόλ για τρίψιμο, αλκοόλ για απεντόνωση
(Canada) rubbing alcohol
Slang
Παραδείγματα
Rubby is in the medicine cabinet.
Ράμπι βρίσκεται στο ντουλάπι των φαρμάκων.
02
ένας μέθυσος, ένας υπερβολικός πότης
(Canada) a person who drinks excessively
Slang
Παραδείγματα
She warned him about hanging out with rubbies.
Τον προειδοποίησε για το να κάνει παρέα με πονημένους.



























