to kick with
kick
kɪk
kik
with
wɪð
vidh

Ορισμός και σημασία του "kick with"στα αγγλικά

to kick with
01

βγαίνω με, περνάω χρόνο με

(African American) to hang out, spend time, or associate with someone casually 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
kick
ενεστώτας
kick with
γ΄ ενικό πρόσωπο
kicks with
ενεστώτα μετοχή
kicking with
απλός αόριστος
kicked with
παθητική μετοχή
kicked with
Παραδείγματα
He kicked with the crew after school. 

Αυτός έκανε παρέα με την παρέα μετά το σχολείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store