Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Good-good
01
το εξαιρετικό, η ανώτερη ποιότητα
(African American) something excellent, high-quality, or especially satisfying
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He only smokes the good-good.
Καπνίζει μόνο το καλό-καλό.



























