Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cuzzo
01
ξάδερφος, στενός φίλος
(African American) a cousin, sometimes used loosely for a close friend like family
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cuzzos
Παραδείγματα
My cuzzo just came into town.
Ο cuzzo μου μόλις έφτασε στην πόλη.



























