brolic
bro
ˈbrəʊ
brew
lic
lɪk
lik
bromic

Ορισμός και σημασία του "brolic"στα αγγλικά

01

μυώδης, δυνατός

(African American) muscular and physically strong 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most brolic
συγκριτικός βαθμός
more brolic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Yo, he came back from the summer looking mad brolic after hitting the gym every day. 

Yo, επέστρεψε από το καλοκαίρι δείχνοντας πολύ μυώδης αφού πήγαινε στο γυμναστήριο κάθε μέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store