boughetto
bou
bu
μπου
ghe
ˈgɛ
γκε
tto
təʊ
τεου
curanderolazarettosombreroallegretto

Ορισμός και σημασία του "boughetto"στα αγγλικά

01

επιδεικτικά κομψός αλλά δρόμου, αστικός και γκέτο

(African American) pretentiously upscale yet streetwise or rough 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most boughetto
συγκριτικός βαθμός
more boughetto
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
lifestyle, social behavior, aesthetics
Παραδείγματα
That party was totally boughetto with fancy drinks and loud music. 

Αυτό το πάρτι ήταν εντελώς boughetto με φανταχτερά ποτά και δυνατή μουσική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store