Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bring with
01
φέρω μαζί μου, παίρνω μαζί μου
(Upper Midwestern US) to bring someone or something along with you
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
with
βασικό ρήμα
bring
ενεστώτας
bring with
γ΄ ενικό πρόσωπο
brings with
ενεστώτα μετοχή
bringing with
απλός αόριστος
brought with
παθητική μετοχή
brought with
Παραδείγματα
Don't forget to bring your jacket with.
Μην ξεχάσεις να φέρεις το μπουφάν σου.



























