Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to take with
01
παίρνω μαζί μου, παίρνω μαζί
(Upper Midwestern US) to take something along with you
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
with
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take with
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes with
ενεστώτα μετοχή
taking with
απλός αόριστος
took with
παθητική μετοχή
taken with
Παραδείγματα
They said we could take it with if we wanted.
Είπαν ότι μπορούσαμε να πάρουμε μαζί αν θέλαμε.



























