cher
cher
ʃɛr
σερ
/ʃˈeə/

Ορισμός και σημασία του "cher"στα αγγλικά

01

αγάπη μου, αγαπητέ μου

(Cajun English) my love, my dear; used affectionately to address someone
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Be careful on the road, cher.
Πρόσεχε στο δρόμο, αγαπημένε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store