jit
jit
ʤɪt
τζιτ
gitwithitsit

Ορισμός και σημασία του "jit"στα αγγλικά

01

παιδί, αρχάριος

(Florida, Southern US) a young person, often used by someone older to refer to someone younger or less experienced 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
jits
Παραδείγματα
That jit doesn't know anything about this town. 

Αυτός ο jit δεν ξέρει τίποτα για αυτή την πόλη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store