Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to skeeve out
01
προκαλώ αηδία, αποτρέπω
to cause feelings of unease or revulsion
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
skeeve
ενεστώτας
skeeve out
γ΄ ενικό πρόσωπο
skeeves out
ενεστώτα μετοχή
skeeving out
απλός αόριστος
skeeved out
παθητική μετοχή
skeeved out
Παραδείγματα
That dirty kitchen totally skeeved me out.
Αυτή η βρώμικη κουζίνα με αηδίασε τελείως.



























