Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to skeeve out
01
προκαλώ αηδία, αποτρέπω
to cause feelings of unease or revulsion
Παραδείγματα
Old leftovers in the fridge always skeeve me out.
Τα παλιά υπολείμματα στο ψυγείο πάντα μου προκαλούν αηδία.



























