snack attack
snack
ˈsnæk
σναικ
a
ə
α
ttack
ˌtæk
ταικ

Ορισμός και σημασία του "snack attack"στα αγγλικά

01

επίθεση σνακ, ξαφνική όρεξη για σνακ

a sudden craving or urge to eat snacks 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
snack attacks
Παραδείγματα
I got a snack attack during the movie. 

Είχα μια κρίση λιγούρας για σνακ κατά τη διάρκεια της ταινίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store