Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slide through
01
πέρασε, κάνε μια βόλτα
to come over or visit someone, often casually
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through
βασικό ρήμα
slide
ενεστώτας
slide through
γ΄ ενικό πρόσωπο
slides through
ενεστώτα μετοχή
sliding through
απλός αόριστος
slid through
παθητική μετοχή
slid through
Παραδείγματα
They slid through without knocking.
Πέρασαν χωρίς να χτυπήσουν.



























