Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cocoanut
01
καρύδα, κόκος
large hard-shelled oval nut with a fibrous husk containing thick white meat surrounding a central cavity filled (when fresh) with fluid or milk
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cocoanuts



























