Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
G-check
01
Δοκιμασία αξιοπιστίας, Πρόκληση αυθεντικότητας
a test or challenge to determine someone's credibility, toughness, or authenticity in a street or gang context
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
G-checks
Παραδείγματα
He tried talking big, but he failed the G-check.
Προσπάθησε να κάνει τον μάγκα, αλλά απέτυχε στο G-check.



























