Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Construction site
01
εργοτάξιο, χώρος κατασκευής
an area where a building or other structure is being constructed or repaired; a building site
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
construction sites



























