baity
bai
ˈbeɪ
μπει
ty
ti
τι
batty

Ορισμός και σημασία του "baity"στα αγγλικά

01

προσελκυστικός, προκλητικός

designed to attract attention, provoke reactions, or entice engagement, especially online 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
baitiest
συγκριτικός βαθμός
baitier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
communication, internet, behavior
Παραδείγματα
That tweet was so baity, I knew it would spark a hundred replies. 

Αυτό το tweet ήταν τόσο δελεαστικό, ήξερα ότι θα προκαλούσε εκατό απαντήσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

baity
bait
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store