Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to doomscroll
01
κάνω doomscroll, ξετυλίγω απαισιότυπες ειδήσεις
to obsessively scroll through negative or distressing news or content online
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
doomscroll
γ΄ ενικό πρόσωπο
doomscrolls
ενεστώτα μετοχή
doomscrolling
απλός αόριστος
doomscrolled
παθητική μετοχή
doomscrolled
Παραδείγματα
I doomscrolled through the comments and now I'm stressed.
Έκανα doomscroll στα σχόλια και τώρα είμαι αγχωμένος.
Λεξικό Δέντρο
doomscroll
doom
scroll



























