cockscomb
cocks
ˈkɑ:ks
κακσ
comb
koʊm
κουμ
/kˈɒkskə‍ʊm/

Ορισμός και σημασία του "cockscomb"στα αγγλικά

01

κατσαρόλα του πετεινού, κατσαρόλα

a fleshy, comb-like growth on top of the head of certain domestic roosters and other bird species
cockscomb definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cockscombs
02

κατσαρόλα του κόκορα, καπέλο γελωτοποιού

a cap worn by court jesters; adorned with a strip of red
03

κατσαρόλα, γαϊδουροφιλότιμος

a conceited dandy who is overly impressed by his own accomplishments
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store