Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cockscomb
01
κατσαρόλα του πετεινού, κατσαρόλα
a fleshy, comb-like growth on top of the head of certain domestic roosters and other bird species
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cockscombs
02
κατσαρόλα του κόκορα, καπέλο γελωτοποιού
a cap worn by court jesters; adorned with a strip of red
03
κατσαρόλα, γαϊδουροφιλότιμος
a conceited dandy who is overly impressed by his own accomplishments



























