Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cockle
01
καρδίου, θαλάσσιο δίθυρο
a marine bivalve which is edible and has ribbed shells, living in sand
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cockles
02
καρδίου, βενθικό δίθυρο
common edible European bivalve
to cockle
01
τσαλακώνω, μαζεύω σε μικρές πτυχές
to gather something into small wrinkles or folds
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cockle
γ΄ ενικό πρόσωπο
cockles
ενεστώτα μετοχή
cockling
απλός αόριστος
cockled
παθητική μετοχή
cockled
02
κυματίζω, ανακατεύω
stir up (water) so as to form ripples



























