cockle
co
ˈkɒ
ko
ckle
kəl
kēl
cackle

Ορισμός και σημασία του "cockle"στα αγγλικά

01

καρδίου, θαλάσσιο δίθυρο

a marine bivalve which is edible and has ribbed shells, living in sand 
cockle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cockles
02

καρδίου, βενθικό δίθυρο

common edible European bivalve 
to cockle
01

τσαλακώνω, μαζεύω σε μικρές πτυχές

to gather something into small wrinkles or folds 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cockle
γ΄ ενικό πρόσωπο
cockles
ενεστώτα μετοχή
cockling
απλός αόριστος
cockled
παθητική μετοχή
cockled
02

κυματίζω, ανακατεύω

stir up (water) so as to form ripples 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store