dope sick
dope
dəʊp
dewp
sick
sɪk
sik

Ορισμός και σημασία του "dope sick"στα αγγλικά

01

που βιώνει συμπτώματα στέρησης, σε κατάσταση απεξάρτησης

experiencing withdrawal symptoms from opioids or other addictive drugs 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dope sick
συγκριτικός βαθμός
more dope sick
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He's feeling dope sick after missing his dose. 

Αισθάνεται στερητικά συμπτώματα αφού έχασε τη δόση του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store