dope sick
dope
doʊp
ντουπ
sick
sɪk
σικ
/dˈəʊp sˈɪk/

Ορισμός και σημασία του "dope sick"στα αγγλικά

01

που βιώνει συμπτώματα στέρησης, σε κατάσταση απεξάρτησης

experiencing withdrawal symptoms from opioids or other addictive drugs
Slang
Παραδείγματα
He looked pale and weak from being dope sick.
Φαινόταν χλωμός και αδύναμος από το σύνδρομο στέρησης ναρκωτικών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store