Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cocker
01
Κόκερ, Σπάνιελ κόκερ
a small English gun dog with a silky coat and soft ears, also known as a spaniel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cockers
to cocker
01
κακομαθαίνω, κάνω παραχωρήσεις
treat with excessive indulgence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cocker
γ΄ ενικό πρόσωπο
cockers
ενεστώτα μετοχή
cockering
απλός αόριστος
cockered
παθητική μετοχή
cockered



























