Cocker
Pronunciation
/ˈkɑkɝ/

Ορισμός και σημασία του "Cocker"στα αγγλικά

01

Κόκερ, Σπάνιελ κόκερ

a small English gun dog with a silky coat and soft ears, also known as a spaniel
Cocker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cockers
to cocker
01

κακομαθαίνω, κάνω παραχωρήσεις

treat with excessive indulgence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cocker
γ΄ ενικό πρόσωπο
cockers
ενεστώτα μετοχή
cockering
απλός αόριστος
cockered
παθητική μετοχή
cockered
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store