xan
xan
zæn
zān
vanhancanane

Ορισμός και σημασία του "Xan"στα αγγλικά

01

Ξαν, Ξαναξ

Xanax, a sedative used to treat anxiety that is sometimes misused recreationally 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Xans
Παραδείγματα
I hope his dad finally realizes who's been stealing his Xan. 

Ελπίζω ο πατέρας του να συνειδητοποιήσει επιτέλους ποιος κλέβει το Xan του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store