walk of shame
walk
wɔ:k
vawk
of
əv
ēv
shame
ʃeɪm
sheim

Ορισμός και σημασία του "walk of shame"στα αγγλικά

01

περίπατος της ντροπής, βόλτα της ντροπής

a public walk after an embarrassing or awkward situation 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
walks of shame
Παραδείγματα
She had a walk of shame leaving the office after the big mistake. 

Έκανε μια βόλτα της ντροπής φεύγοντας από το γραφείο μετά το μεγάλο λάθος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store