Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cock up
[phrase form: cock]
01
τα κάνω θάλασσα, χαλώ
to mess up something, often due to the lack of necessary ability or knowledge
Dialect
British
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
cock
ενεστώτας
cock up
γ΄ ενικό πρόσωπο
cocks up
ενεστώτα μετοχή
cocking up
απλός αόριστος
cocked up
παθητική μετοχή
cocked up
Παραδείγματα
The chef accidentally cocked up the recipe by adding too much salt.
Ο σεφ τα θαλάσσωσε τη συνταγή κατά λάθος προσθέτοντας πολύ αλάτι.
02
σηκώνω, ανυψώνω
(of an animal) to lift ears in an alert manner
Παραδείγματα
The cat cocked up its ears, reacting to the sound of a distant bird.
Η γάτα σηκώθηκε τα αυτιά της, αντιδρώντας στον ήχο ενός μακρινού πουλιού.



























