Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cock up
01
τα κάνω θάλασσα, χαλώ
to mess up something, often due to the lack of necessary ability or knowledge
Dialect
British
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
cock
ενεστώτας
cock up
γ΄ ενικό πρόσωπο
cocks up
ενεστώτα μετοχή
cocking up
απλός αόριστος
cocked up
παθητική μετοχή
cocked up
Παραδείγματα
They totally cocked up the project by failing to coordinate the tasks properly.
Χάλασαν εντελώς το έργο αποτυγχάνοντας να συντονίσουν σωστά τις εργασίες.
02
σηκώνω, ανυψώνω
(of an animal) to lift ears in an alert manner
Παραδείγματα
The dog cocked up its ears when it heard a strange noise.
Ο σκύλος σηκώθηκε τα αυτιά του όταν άκουσε έναν παράξενο θόρυβο.



























