to cock up
cock
kɒk
kok
up
ʌp
ap
cockup

Ορισμός και σημασία του "cock up"στα αγγλικά

to cock up
01

τα κάνω θάλασσα, χαλώ

to mess up something, often due to the lack of necessary ability or knowledge 
Dialectbritish flagBritish
to cock up definition and meaning
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
cock
ενεστώτας
cock up
γ΄ ενικό πρόσωπο
cocks up
ενεστώτα μετοχή
cocking up
απλός αόριστος
cocked up
παθητική μετοχή
cocked up
Παραδείγματα
They totally cocked up the project by failing to coordinate the tasks properly. 

Χάλασαν εντελώς το έργο αποτυγχάνοντας να συντονίσουν σωστά τις εργασίες.

02

σηκώνω, ανυψώνω

(of an animal) to lift ears in an alert manner 
Παραδείγματα
The dog cocked up its ears when it heard a strange noise. 

Ο σκύλος σηκώθηκε τα αυτιά του όταν άκουσε έναν παράξενο θόρυβο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store