Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go hard in the paint
01
παίζω με πάθος, δίνω τον μέγιστο
to act with maximum effort, intensity, or aggression, often in sports or work
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
hard in the paint
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go hard in the paint
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes hard in the paint
ενεστώτα μετοχή
going hard in the paint
απλός αόριστος
went hard in the paint
παθητική μετοχή
gone hard in the paint
Παραδείγματα
He went hard in the paint during the final quarter of the game.
Αυτός έδωσε τον καλύτερο του εαυτό κατά το τελευταίο δεκάλεπτο του αγώνα.
LanGeek



























