side hustle
side
ˈsaɪd
said
hu
ha
stle
səl
sēl

Ορισμός και σημασία του "side hustle"στα αγγλικά

01

δευτερεύουσα εργασία, παραπλήσια δραστηριότητα

a secondary job or project done in addition to one's main work, usually to earn extra money 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
side hustles
Παραδείγματα
My side hustle pays for my coffee addiction. 

Η παράλληλη δουλειά μου πληρώνει τον εθισμό μου στον καφέ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store