fetti
fe
ˈfɛ
fe
tti
ti
ti
parryfairyjerryBetty

Ορισμός και σημασία του "fetti"στα αγγλικά

01

λεφτά, χρήματα

money or cash, often used in hip-hop culture to emphasize hustling or chasing wealth 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
He's out there grinding, chasing fetti all day. 

Είναι εκεί έξω να σκληροδουλεύει, κυνηγώντας λεφτά όλη μέρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store