Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to can't even
01
δεν μπορώ, δεν ξέρω καν τι να πω
to be unable to express one's reaction to an overwhelming, shocking, or hilarious situation
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
even
βασικό ρήμα
can't
ενεστώτας
can't even
γ΄ ενικό πρόσωπο
can't even
ενεστώτα μετοχή
can't evening
απλός αόριστος
couldn't even
παθητική μετοχή
couldn't even
Παραδείγματα
That twist in the finale; I can't even.
Δεν μπορώ καν να αντιδράσω σε αυτή την ανατροπή στο φινάλε.



























