to can't even
can't
kɑ:nt
kaant
even
i:vən
ivēn

Ορισμός και σημασία του "can't even"στα αγγλικά

to can't even
01

δεν μπορώ, δεν ξέρω καν τι να πω

to be unable to express one's reaction to an overwhelming, shocking, or hilarious situation 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
even
βασικό ρήμα
can't
ενεστώτας
can't even
γ΄ ενικό πρόσωπο
can't even
ενεστώτα μετοχή
can't evening
απλός αόριστος
couldn't even
παθητική μετοχή
couldn't even
Παραδείγματα
That twist in the finale; I can't even. 

Δεν μπορώ καν να αντιδράσω σε αυτή την ανατροπή στο φινάλε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store