derpy
der
ˈdɜ:
ντερ
py
pi
πι
/dˈɜːpi/

Ορισμός και σημασία του "derpy"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, αστείος

silly, goofy, or awkward in a funny way
Slang
Παραδείγματα
His derpy voice made the impression even funnier.
Η ανόητη φωνή του έκανε την εντύπωση ακόμα πιο αστεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store