brown noser
brown
braʊnnəʊzə
brawnnewzē
noser
brown-noser
brownnoser

Ορισμός και σημασία του "brown noser"στα αγγλικά

01

γλείφτης, κολακευτής

a person who seeks favor through excessive flattery or servile behavior 
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
brown-nosers
Παραδείγματα
He's a brown-noser who always agrees with the boss. 

Είναι ένας γλείφτης που συμφωνεί πάντα με το αφεντικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store