Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fasho
01
σίγουρα, απολύτως
used to indicate agreement or affirmation
Παραδείγματα
The restaurant's pizza is the best in town, fasho.
Η πίτσα του εστιατορίου είναι η καλύτερη στην πόλη, fasho.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
σίγουρα, απολύτως