Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Trash talk
01
προκλητικός λόγος, προσβλητική γλώσσα
insulting or boastful speech intended to provoke or intimidate opponents
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trash talks
Παραδείγματα
He's known for his trash talk on the basketball court.
Είναι γνωστός για τα υβριστικά λόγια του στο γήπεδο μπάσκετ.
to trash talk
01
μιλώ σκουπίδια, προσβάλλω
to insult or boast toward an opponent in order to provoke, intimidate, or show superiority
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
talk
βασικό ρήμα
trash
ενεστώτας
trash talk
γ΄ ενικό πρόσωπο
trash talks
ενεστώτα μετοχή
trash talking
απλός αόριστος
trash talked
παθητική μετοχή
trash talked
Παραδείγματα
He loves to trash talk before every match.
Λατρεύει να κάνει trash talk πριν από κάθε αγώνα.



























