Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
slim thick
01
αδύνατη και ελκυστική, λεπτή και καμπυλωτή
a body type combining slimness and curves, typically a small waist with wider hips and thighs
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
slimmest thickest
συγκριτικός βαθμός
slimmer thicker
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Everyone admired her slim thick curves at the beach.
Όλοι θαύμαζαν τις slim thick καμπύλες της στην παραλία.



























