slim thick
slim
slɪm
slim
thick
θɪk
thik

Ορισμός και σημασία του "slim thick"στα αγγλικά

slim thick
01

αδύνατη και ελκυστική, λεπτή και καμπυλωτή

a body type combining slimness and curves, typically a small waist with wider hips and thighs 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
slimmest thickest
συγκριτικός βαθμός
slimmer thicker
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She's got that slim thick figure that turns heads everywhere. 

Έχει αυτή την λεπτή-γεμάτη σιλουέτα που τραβάει τα βλέμματα παντού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store